- ὀγδοηκοσταῖος
- ὀγδοηκοσταῖος, am achtzigsten Tage
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ογδοηκοσταίος — ὀγδοηκοσταῑος, αία, ον (Α) [ογδοηκοστός] αυτός που γίνεται ή έρχεται κατά την ογδοηκοστή μέρα … Dictionary of Greek
ὀγδοηκοσταίῳ — ὀγδοηκοσταῖος on the eightieth day masc/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)